Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

«Παρόμοιο συναπάντημα»

Δεν ημπορεί τα μάτια να λένε απλά , το έμορφο και ταπεινά να το αρμέγουνε.
«Να το ειπώ το τραγούδι μας, όταν εσύ κατέβεις » λένε τα μάτια σαν ένα .
Λαβαίνουν τα μάτια τους κρυσταλλένιους ήχους , μεσ ’τη δυσχέρεια που ξεμακραίνει και εκτοπίζει.
Άξια τα μάτια για το αλλιώτικο
-«στρέβλωση» του τυποποιημένου.
Και συντελούν εντελώς
τους ζωντανούς ήχους της κυριότητας τους,
σαν σίφουνας ,καθώς περνάνε
το σύνορο της αρχής.
Εν μέρει οικτρή η οντολογία
τούτης της πρωτόγονης
μουσικής. Δεν σπουδάζεται!
Τ’ αφεντικά την ονομάζουν ωμότητα.
«Τι πλανώνται » ως προς την κύρια ντιρεκτίβα του λάρυγγα;
Προχειρογράφοι των μυστικών μυστηρίων των ανεκτίμητων.
Έλεγα το φυσικό ν’ ανθίσει!
Δοκιμάζω τα χειρότερα για να
ειπεί το ένα των ματιών
το τραγούδι μας. Συνεπαρμένος τελευταία από το ζωντανό
το αναγγέλλω,
το αντικρίζω. Ο εσταυρωμένος.
Και το λέω συλλαβιστά από φόβο
μη μου ξεφύγει απ’ το συλλογισμό.
Το θέαμα του με σαφήνεια
με ζωγραφίζει,
καταπρόσωπα.
Πρέπει να φεύγουμε ανυποψίαστα.
Γιατί μας έδωσαν τα μάτια
σαν ένα ,λόγο: θανάτου.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Νανούρισμα

Οι αδικίες εικόνες που δεν πάνε εξοχή. Λικνίζονται με το χρόνο του αγέρα γλυκά. Κατατρομάζοντας τα όνειρα του καλού Θεού. Αγκάλιασε-με σφιχτά να χαθώ στα όνειρα του παιδιού.Ένα παιδί ειν' εκεί, καταγής, και βλέπει το μεσήλικα.Μεσόκοπος-με κόπο. Ένα χειμώνα πριν τον ήλιο.Σφίξε-με με-ψέματα στην αγκαλιά-σου.Δεν έχει σκοτάδι. Ψέματα. Μυρίζει θειάφι.Αλήθεια τα ψέματα του φίλου.Ποτέ δεν ήμασταν ούτε , "δυο", ούτε "τρεις", ούτε "χίλιοι δεκατρείς".Το παιδί μόνο-του-είναι-σ' ένα στενό της πόλης του φωτός.Καιρός που πέρασε και έμεινα. Για σένα.Με τη καρδιά μου να χτυπά εδώ.Θέλω τη στιγμή γλυκιά για σένα-αγάπη-μου.Με το μολύβι, σχεδιάζω πάνω στις χρονολογίες εμβατήρια. Για να βρώ-αγάπη-μου μετά το πόλεμο, μόλις τελειώσει ο πόλεμος, ένα χειμώνα πριν τον ήλιο. Κοιμήσου ωραία "Κοιμωμένη" τον ύπνο σου χαλεπά.Το όνειρο χρυσίζει.Κι ύστερα πέσμου στο ξύπνιο την αλήθεια στην πεζή λέξη-που΄ναι τόσο κρύα.